Η δημόσια αντιπαράθεση ανάμεσα στον τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Νίκο Αναστασιάδη, και τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Μακάριο Δρουσιώτη εισέρχεται σε νέα, ιδιαίτερα έντονη φάση. Μετά τις επανειλημμένες καταγγελίες και τα βιβλία του Δρουσιώτη για τους χειρισμούς στο Κυπριακό και ειδικότερα όσα διαδραματίστηκαν στο Κραν Μοντανά, ο Νίκος Αναστασιάδης επέλεξε να απαντήσει δημόσια, απορρίπτοντας κατηγορηματικά όλους τους ισχυρισμούς και κάνοντας λόγο για οργανωμένη προσπάθεια σπίλωσης του ονόματός του.
Η παρέμβασή του δεν αποτελεί μια απλή διάψευση. Είναι μια πολιτική αντεπίθεση, με τον ίδιο να υποστηρίζει ότι επί χρόνια βρέθηκε στο στόχαστρο μιας εκστρατείας που επιχειρεί να τον παρουσιάσει ως τον άνθρωπο που ευθύνεται για το ναυάγιο των συνομιλιών του 2017. Παράλληλα, επιμένει ότι οι αποφάσεις που λήφθηκαν τότε είχαν αποκλειστικό γνώμονα τη διασφάλιση των συμφερόντων της Κυπριακής Δημοκρατίας και όχι προσωπικές ή πολιτικές σκοπιμότητες.
Ωστόσο, η απάντηση του τέως Προέδρου, όσο εκτενής κι αν είναι, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ότι κλείνει τον δημόσιο διάλογο. Αντιθέτως, τον επαναφέρει ακόμη πιο δυναμικά στο προσκήνιο. Διότι όταν οι δύο πρωταγωνιστές μιας τόσο κρίσιμης ιστορικής περιόδου παρουσιάζουν δύο εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές των ίδιων γεγονότων, η κοινωνία εξακολουθεί να αναζητά την αντικειμενική αλήθεια.
Το ενδιαφέρον βρίσκεται ακριβώς εδώ. Ο Νίκος Αναστασιάδης δεν περιορίζεται στο να χαρακτηρίσει ανακριβείς τις αναφορές του Δρουσιώτη. Επιχειρεί να αποδομήσει συνολικά την αξιοπιστία του, αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι ισχυρισμοί του δεν βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα αλλά σε προσωπικές ερμηνείες, επιλεκτικές πληροφορίες και πολιτικά κίνητρα. Από την άλλη πλευρά, ο Μακάριος Δρουσιώτης επιμένει ότι όσα έχει καταγράψει προκύπτουν από μαρτυρίες, έγγραφα και πρόσωπα που γνώριζαν εκ των έσω τις εξελίξεις.
Το πραγματικό διακύβευμα
Η αντιπαράθεση αυτή ξεπερνά πλέον τα όρια μιας προσωπικής σύγκρουσης. Αγγίζει την ίδια την ιστορική καταγραφή των γεγονότων που σημάδεψαν το Κυπριακό. Το Κραν Μοντανά εξακολουθεί να αποτελεί το πιο αμφιλεγόμενο κεφάλαιο της σύγχρονης κυπριακής πολιτικής ιστορίας και, σχεδόν μία δεκαετία μετά, παραμένει αντικείμενο έντονων διαφωνιών για το ποιος ευθύνεται για την κατάρρευση της διαδικασίας.
Η δημόσια παρέμβαση του τέως Προέδρου δείχνει ότι θεωρεί πως η δική του πολιτική παρακαταθήκη βρίσκεται υπό αμφισβήτηση. Και ίσως αυτό να εξηγεί γιατί επέλεξε τώρα να απαντήσει με τόσο έντονο τρόπο. Η υπεράσπιση της υστεροφημίας ενός πολιτικού ηγέτη αποτελεί συχνά εξίσου σημαντική μάχη με τις ίδιες τις πολιτικές αποφάσεις που έλαβε όταν βρισκόταν στην εξουσία.
Η απάντηση δεν αρκεί χωρίς τεκμηρίωση
Παρά τα όσα υποστηρίζει ο Νίκος Αναστασιάδης, ένα κρίσιμο ερώτημα εξακολουθεί να αιωρείται: αρκούν οι δημόσιες διαψεύσεις όταν απέναντι βρίσκονται συγκεκριμένοι ισχυρισμοί που επί χρόνια τροφοδοτούν τον δημόσιο διάλογο;
Σε μια δημοκρατία, η ιστορία δεν γράφεται ούτε μόνο από τις κυβερνήσεις ούτε μόνο από τους επικριτές τους. Γράφεται μέσα από στοιχεία, πρακτικά, επίσημα έγγραφα και ανεξάρτητη ιστορική έρευνα. Όσο αυτά παραμένουν εκτός δημόσιας θέασης, τόσο οι θεωρίες, οι αλληλοκατηγορίες και οι πολιτικές συγκρούσεις θα συνεχίσουν να κυριαρχούν.
Η υπόθεση δεν έκλεισε
Η δημόσια απάντηση του Νίκου Αναστασιάδη μπορεί να σηματοδοτεί τη δική του εκδοχή των γεγονότων, δεν φαίνεται όμως να βάζει τέλος στην υπόθεση. Αντίθετα, ανοίγει έναν νέο κύκλο πολιτικής και ιστορικής αντιπαράθεσης, με επίκεντρο όχι μόνο το τι συνέβη στο Κραν Μοντανά, αλλά και το ποιος διαμορφώνει τελικά την επίσημη αφήγηση της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας.
Το βέβαιο είναι ότι η σύγκρουση Αναστασιάδη–Δρουσιώτη δεν αφορά πλέον αποκλειστικά δύο πρόσωπα. Αφορά την ανάγκη της κυπριακής κοινωνίας να γνωρίζει, χωρίς σκιές και αστερίσκους, τι πραγματικά συνέβη στις πιο κρίσιμες στιγμές του εθνικού ζητήματος. Γιατί όσο οι απαντήσεις παραμένουν αντικρουόμενες, τόσο η δημόσια δυσπιστία θα μεγαλώνει και η ιστορία θα συνεχίσει να αναζητά τον οριστικό της αφηγητή.